Τo μακελειό στο Καρατζιάκιοϊ (Μονοκκλησιά), πριν από 111 χρόνια

Τo μακελειό στο Καρατζιάκιοϊ (Μονοκκλησιά), πριν από 111 χρόνια

Κύριος «εμπνευστής» του μακελειού στο Καρατζιάκιοϊ ήταν ο Μητρούσης Γκογκολάκης, που καταγόταν από το Χομόντος (Μητρούσι). Σύμφωνα με τον Σερραίο Ιστορικό Πέτρο Πέννα, ο Μητρούσης ήταν αθλητικός, ρωμαλέος, ανίκητος πρωτοπαλαιστής αλλά και υπόδειγμα οικογενειάρχη. Έχαιρε ιδιαίτερης τιμής, όχι μόνο στο χωριό του αλλά και σε όλη τη γύρω περιοχή..



Ο «αρχικομιταζής Τάσκας» κατέβαλλε επίμονες προσπάθειες για να τον προσελκύσει στον βουλγαρισμό, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Έτσι, κατέφυγε σε μια στυγερή πράξη: «Πληροφορηθείς την απουσίαν του Μητρούση εις τους αγρούς, εισορμά την εσπέραν της 1ης Σεπτεμβρίου του 1906 εις την οικίαν του και σφάζει» τη γυναίκα του και το παιδί του.

Έξαλλος ο Μητρούσης, ζητώντας εκδίκηση, καταφεύγει στον καπετάν Γιαγκλή, αρχηγό ανταρτικής ομάδας στην περιοχή Νιγρίτας. Καιροφυλακτώντας οι δυο τους, πληροφορούνται ότι [το βράδυ της 25ης Οκτωβρίου (π.ημ.)] «οι δολοφόνοι της συζύγου και του τέκνου» του Μητρούση θα βρίσκονται στο Καρατζιάκιοϊ. Καταστρώνουν τότε ένα σχέδιο επιδρομής, με κύριο στόχο τον Τάσκα: Τοποθετούν την ομάδα Βλάχμπεη δυτικά του Στρυμόνα, ως οπισθοφυλακή και για απόκρουση ενδεχόμενης αντενέργειας από την περιοχή Σακάφτσιας (Λειβαδοχώρι). Στην ομάδα κρούσεως, τίθενται επικεφαλής οι Γιαγκλής και Μητρούσης, φορώντας στολές Τούρκων αξιωματικών. Τους πλαισιώνουν, ντυμένοι σαν Τούρκοι στρατιώτες, οι Γιώργος Γκούρμης, Κώστας Κοτσιάνπαπας, Γιάννης Ούρδας, Ζαχαρίας Ζαχαριάδης και ο γιατρός Σέρπης. Περνούν τον Στρυμόνα και, με το σκοτάδι, εισδύουν στο Καρατζιάκιοϊ. Καλούν «ονομαστικώς να εμφανισθούν ενώπιόν των οι φανατικώτεροι των βουλγαριζόντων. Περί τους 65 εξ αυτών» παρουσιάστηκαν ανύποπτοι. Γρήγορα όμως κατάλαβαν την παγίδα και προσπάθησαν να διαφύγουν. «Περί τους 35 έπεσαν από τας σφαίρας των ανταρτών, οι οποίοι εγκατέλειψαν μετά ταύτα το χωρίον, αφού έθεσαν πυρ εις αυτό».



 Ο αείμνηστος Δημητριτσιανός καθηγητής Βαγγέλης Παπαθανασίου (Ιστορία της Νιγρίτας και της Επαρχίας Βισαλτίας, Νιγρίτα 1971), περιγράφει τα γεγονότα ως εξής: Στις 26.10.1905 το σώμα των Γιαγκλή-Μητρούση χτυπά το κρησφύγετο του αρχικομιτατζή Τάσκα στο Καρατζιά-Κιοϊ. Ο μουχτάρης του χωριού πάντρευε το γιο του και κουμπάρος ήταν ο Τάσκα. Οι Γιαγκλής και Μητρούσης, μεταμφιεσμένοι σε αξιωματικούς και συνοδευόμενοι από τους Γκούρμη, Κοτσιάμπαπα, Ούρδα, Ζαχαριάδη και Σέρπη φθάνουν στη Μέριανη (Λυγαριά) το απόγευμα. Από εκεί, αργά το βράδυ, βαδίζουν μέσα στα πλημμυρικά νερά του Στρυμόνα. Στις 12 τα μεσάνυχτα φθάνουν στο φυλάκιο της [γέφυρας] Κουμάργιανης, εξουδετερώνουν τους Τούρκους φρουρούς και κατευθύνονται προς το Καρατζιά-Κιοϊ. Περνούν απαρατήρητοι από τους μεθυσμένους άντρες της περιπόλου που είχε αφήσει ο Τάσκας. Αιφνιδιάζουν και συλλαμβάνουν τους γλεντοκοπούντες Βουλγάρους. Είχαν ήδη συλλάβει έναν βοσκό «που έκανε χρέη οδηγού», πλην όμως ενεργούσε παραπλανητικά. Του ζητούν να τους οδηγήσει στον Τάσκα αλλά αυτός «προσεπάθησε να τους ρίψη εις νέαν ενέδραν». Τότε γίνεται το μακελειό. Σκοτώνονται επί τόπου ο βοσκός και όλοι οι αιχμάλωτοι (55 τον αριθμό). Οι επιδρομείς φεύγουν και φθάνουν τα χαράματα στη Νιγκοσλάβη (Νικόκλεια) όπου «τους εξασφάλισεν ασφαλή κρησφύγετον ο οπλίτης Γεώργιος Τασκούδης».

Η βουλγαρική άποψη για το μακελειό φαίνεται στο δημοσίευμα των New York Times της 27.11.1906, που επισυνάπτεται στο τέλος του παρόντος. Το συμβάν τοποθετείται στην 7.11.2006 (ν.ημ) ήτοι, με το ισχύον τότε στην Ελλάδα παλιό ημερολόγιο, ήταν 25.10.1906, ημέρα Τετάρτη. Το δημοσίευμα έχει, σε μετάφραση, ως εξής:

 

 

«ΟΔΗΓΗΣΑΝ ΒΟΥΛΓΑΡΟΥΣ ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ

Η Ελληνο-Τουρκική Συμμορία έλεγε στους χωρικούς να μην φοβούνται.

Ειδική ανταπόκριση των Τάιμς του Λονδίνου και των Τάιμς της Νέας Υόρκης

Κοπυράιτ 1906, Τάιμς της Νέας Υόρκης

ΣΟΦΙΑ, 26 Νοεμβρίου. Η Βουλγαρική Κυβέρνηση απέστειλε νότα στους αντιπροσώπους των Δυνάμεων, σχετικά με ένα μακελειό που έγινε σε βάρος Βουλγάρων χωρικών στον οικισμό Καράτζιοβο, κοντά στις Σέρρες, από μια Τουρκο-Ελληνική συμμορία, στις 7 Νοεμβρίου.

Στη νότα σημειώνεται ότι οι άνδρες της συμμορίας, παριστάνοντας τους Τούρκους στρατιώτες, συνάντησαν στις παρυφές του χωριού μια συντροφιά Βουλγάρων βοσκών τους οποίους κάλεσαν να παραδοθούν. Στη συνέχεια τους έδεσαν τα χέρια και τους κατακρεούργησαν με μαχαίρια και σπαθιά.

Μπαίνοντας η συμμορία στο χωριό, χωρίστηκε σε ομάδες, που καλούσαν τους χωρικούς να βγουν έξω από τα σπίτια, βεβαιώνοντάς τους ότι δεν υπήρχε λόγος να φοβούνται. Όσοι χωρικοί γελάστηκαν και άνοιξαν τις πόρτες σφαγιάστηκαν μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Άλλοι, κλειδαμπαρώθηκαν στα σπίτια τους, που [όμως] πυρπολήθηκαν με βόμβες. Συνολικά φονεύτηκαν δεκαέξι άτομα, μεταξύ των οποίων δυο γυναίκες και τέσσερα παιδιά. Δέκα άτομα τραυματίστηκαν σοβαρά, μεταξύ των οποίων δυο γυναίκες και ένα βρέφος. Η σφαγή και ο χαλασμός κράτησαν μιάμιση ώρα. Μερικοί από τους επιδρομείς μιλούσαν τουρκικά και φορούσαν τουρκικές στολές ενώ οι υπόλοιποι μιλούσαν ελληνικά.

Φαίνεται ότι με την τρομακτική αυτή υπόθεση σχετίζεται το γεγονός ότι η Κωνσταντινούπολη έδωσε εντολή στις τοπικές αρχές να διακόψουν κάθε σχέση με τον Έλληνα Πρόξενο Σερρών ο οποίος κλήθηκε να εγκαταλείψει την πόλη εντός είκοσι τεσσάρων ωρών».

Το μακελειό του Καρατζιάκιοϊ, σε βάρος αθώων θυμάτων, ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών και αποδοκιμασιών. Το ελληνικό Προξενείο Σερρών …αφόρισε τον Γιαγκλή. Άλλωστε ποτέ δεν τον ήλεγχε. Τον Χαλκιδικιώτη οπλαρχηγό στήριζε ένα άλλο κέντρο αγώνα, αυτό των συμπατριωτών του αδελφών Γερογιάννη. Τον Μητρούση όμως, που ήταν «επισπεύδων» αν όχι κύριος εμπνευστής του μακελειού, το Προξενείο μερίμνησε να τον προσεταιριστεί, κάνοντάς τον οπλαρχηγό

Λίγα για τη μετέπειτα πορεία των πρωταγωνιστών:

Εννιά μήνες μετά το μακελειό του Καρατζιάκιοϊ, ο Μητρούσης θα παγιδευτεί από τουρκικές δυνάμεις στην εκκλησία της Ευαγγελίστριας Σερρών και θα έχει τραγικό, όσο και ηρωικό, τέλος.

Ο Γιαγκλής θα παραμεριστεί μετά από επέμβαση του ελληνικού προξενείου Σερρών. Θα επανέλθει όμως θριαμβευτικά το 1912 ως αρχηγός σώματος Προσκόπων και ελευθερωτής της περιοχής Νιγρίτας. Πεθαίνει στο τέλος της κατοχής, σε μοναστήρι του Αγίου Όρους.

Ο Τάσκα (Taskata Sersky ή Tashka Vranski, πραγματικό όνομα Atanas Spasov Daskalov) θα παραμείνει βοεβόδας στον κάμπο των Σερρών μέχρι την επανάσταση των Νεοτούρκων (1908). Στο διάστημα από 26.10.1912 μέχρι 21.6.1913, που οι Βούλγαροι κατέχουν τις Σέρρες, ο Τάσκα είναι Δήμαρχος της πόλης. Το 1923 δολοφονείται από κομματικούς του αντιπάλους

http://serresbomb.blogspot.gr/

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ